βολίδα

βολίδα
[-ις(-ίδος)] η 1) см. βόλι 1;
2) ист. стрел!; копьё; 3) стрела молнии; 4) мор. лот; 5) астр. болид; 6) бросок (при игре в кости);

§ πέρασε σάν βολίδα — он пронёсся пулей, стрелой


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "βολίδα" в других словарях:

  • βολίδα — η (AM βολίς) 1. κάθε τι που εκτοξεύεται, που εκσφενδονίζεται 2. κωνικό βαρίδι με το οποίο μετρούν το βάθος της θάλασσας μέχρι 50 μέτρα μσν. νεοελλ. σφαίρα, βόλι νεοελλ. 1. φωτεινό ουράνιο σώμα που διαγράφει τροχιά, διάττοντας αστέρας 2. φρ.… …   Dictionary of Greek

  • βολίδα — η 1. σφαίρα όπλου, βόλι: Οι βολίδες του εχθρού έπεφταν στο πεδίο της μάχης. 2. όργανο με το οποίο μετρούν το βάθος της θάλασσας, σκαντάγιο. 3. (αστρον.), μικρό φωτεινό ουράνιο σώμα που διασχίζει τον ουρανό, όπως οι διάττοντες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βολίδα — βολίς missile fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βυθομετρική βολίδα — Συσκευή που χρησιμοποιείται για τη μέτρηση του βάθους των θαλασσών. Ο καθορισμός του στοιχείου αυτού έγινε αναγκαίος από τις αρχές της ναυσιπλοΐας για να αποφεύγεται η προσάραξη των πλοίων. Επίσης, η χρήση της β.β. μας βοηθά να γνωρίσουμε τη… …   Dictionary of Greek

  • διάστημα — Ο ενδιάμεσος χώρος ή χρόνος· χρονική ή τοπική απόσταση. Ο όρος αναφέρεται, επίσης, στον αχανή χώρο που εκτείνεται πέρα από την ατμόσφαιρα της Γης, στον οποίο κινούνται τα ουράνια σώματα. (Για περισσότερα στοιχεία σχετικά με τις ανθρώπινες… …   Dictionary of Greek

  • χειροβολίδα — η, Ν βολίδα με την οποία μετρείται το βάθος τού θαλάσσιου βυθού, κν. πίκολο σκαντάγιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < χειρ(ο) * + βολίδα (πρβλ. φωτο βολίδα). Η λ., στον λόγιο τ. χειροβολίς, μαρτυρείται από το 1858 στο Ονοματολόγιον Ναυτικόν] …   Dictionary of Greek

  • βαθυσκάφος — Υποβρύχιο σκάφος, που μπορεί να καταδύεται σε μεγάλα βάθη για την εξερεύνηση των βυθών των ωκεανών. Αυτό το ειδικό σκάφος, που το επινόησε ο Ελβετός φυσικός Ογκίστ Πικάρ, διαφέρει ουσιαστικά από τη βαθύσφαιρα που χρησιμοποίησαν οι Αμερικανοί… …   Dictionary of Greek

  • σκαντάλιο — και σκαντάγιο, το, Ν η βολίδα, όργανο με το οποίο μετρείται από το πλοίο το βάθος τής θάλασσας μέχρι τα 50 περίπου μέτρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. scandaglio «βολίδα, όργανο για μέτρηση τού βάθους τών θαλασσών»] …   Dictionary of Greek

  • ALEAE lusus — cum ludo calculorum male a nonnullis confunditur, putantibus πεςςοὺς seu πεττοὺς Graecorum, Latinorum calculos esse. Calculorum enim lusus, idem cum Latruncuorum, apud Graecos Latinosque solis calculis peragebatur, nullis tesseris: quare Aleam… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • BOLI — Graece Βόλοι, non tantum tesserarum iactus, sed et ipsae tesserae Graecis dictae sunt. Eustathius, Κύβαι μὲν γὰρ οἱ καταρπιτό μενοι ἑξμ´πλδροι Βόλοι καὶ ὁιανεὶ κατακ υβιςτῶντες εν τῷ Βάλλεςθαι: a iactando videl. vel iaciendo, quod Graecis Βάλλειν …   Hofmann J. Lexicon universale

  • JACTI vel JACTONES — Gallis sunt calculi, quibus in putandis rationibus utuntur, iettons, voce e Tabulae ludo mutuatâ. Nempe cum iactus proprie vocari debuislet teslera, quod iaceretur. Ovid. de Arte Am. l. 2. v. 204. Tu male iactato, tu male iacta dato. Uti enim… …   Hofmann J. Lexicon universale


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»